Ο πιο μακρινός πλανήτης που ξέρω – Ισμήνη Τορνιβούκα

wp-1454684154475.jpg

«Σ’ ένα πάρτι όπου δε γνωρίζει κανέναν, το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου χορεύει πιο πολύ απ’ όλους γιατί δε θέλει να βάλει τα κλάματα.
Στην κουζίνα του εστιατορίου Ποτέ, η Εύα χάνεται σε καπνούς υγρού αζώτου, γιατί νομίζει πως η αγάπη μπορεί να μοιάζει με εσάνς μανταρινιού.
Σχεδόν ταυτόχρονα, ένας ήσυχος άνθρωπος ξεκινάει μόνος του μες στη βροχή για την προβολή μιας ταινίας, χωρίς να ξέρει ότι εκείνο το νυσταγμένο απόγευμα Τρίτης πρόκειται να συναντήσει τη μοίρα του.

Ένα μυθιστόρημα για τη μαγειρική, για την αγάπη, για τις δύσκολες επιλογές και τις βαθιές επιθυμίες, για τα μυστηριώδη κορίτσια χωρίς όνομα, αλλά περισσότερο για την απελπισία τού να είναι κανείς λίγο πιο μεγάλος ή λίγο πιο μικρός απ’ ό,τι πρέπει, σ’ έναν κόσμο όπου ο χρόνος προχωράει ευθύγραμμα και όλοι μεγαλώνουν αναγκαστικά.»

Αυτό το βιβλίο το είχα συναντήσει τυχαία στο goodreads πριν από δυο-τρία χρόνια και μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον παρόλο που δεν καταλαβαίνεις πολλά από την περιγραφή. Ή, ίσως, και γι’ αυτό ακριβώς. Ήμουν περίεργη να δω, μια κοπέλα στα 24 της (το χρόνο έκδοσης του βιβλίου), που σπούδασε νομική και μεγάλωσε και δουλεύει σε ξενοδοχεία της συμπρωτεύουσας, πώς γράφει; Πώς φτάνει να εκδώσει ένα βιβλίο; Είναι όντως καλό ή θα περάσει αδιάφορο σαν πολλά άλλα;

Το βιβλίο, λοιπόν, είναι χωρισμένο σε τέσσερα κεφάλαια και στο καθένα από αυτά μιλούν, σε ξεχωριστά υποκεφάλαια το καθένα, τρία πρόσωπα που συνδέονται μεταξύ τους μέσα από μια ιστορία πολύ ανθρώπινη. Δεν είναι δύσκολο από τις πρώτες σελίδες να καταλάβει κανείς πώς συνδέονται τα πρόσωπα μεταξύ τους. Αλλά δεν μπορείς να προσδιορίσεις το είδος της ιστορίας. Πρόκειται για συνηθισμένους ανθρώπους, άλλες φορές όχι και τόσο. Πρόκειται για σχέσεις οικογενειακές, φιλικές, κοινωνικές, συζυγικές, ερωτικές. Πρόκειται για την σχέση των ίδιων των χαρακτήρων με τους εαυτούς τους.

Σε κάποια σημεία μου φάνηκε φλύαρο, και σε άλλα η περιγραφή ήταν άκρως κινηματογραφική. Ο τρόπος γραφής της έχει κάτι το ονειρικό, παρόλο που η ιστορία είναι μια που μάλλον έχουμε ακούσει όλοι. Αυτό που μου έμεινε στο τέλος είναι ότι δεν φταίει κανείς για την εξέλιξη των πραγμάτων, ότι στη ζωή απλά συμβαίνουν πράγματα τυχαία και ότι κάθε τόσο καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις των οποίων τα επακόλουθα τελικά, μόνο να φανταστούμε μπορούμε, μέσα από το πρίσμα του Τώρα εκείνης της στιγμής. Το τέλος δεν δίνει κάποια λύση, ούτε υπάρχει κάποια εξιλέωση, όπως ακριβώς συμβαίνει στη ζωή.

Για να κλείσω, το βιβλίο είναι ξεχωριστό και η Ισμήνη Τορνιβούκα έχει φανερά κάποιο χάρισμα. Είμαι περίεργη να δω τη συνέχειά της σε αυτόν τον τομέα, που εύχομαι πραγματικά να υπάρξει.

Και κάποια αποσπάσματα:

«Δεν ήμουν κάτι ξεχωριστό, αλλά φαίνεται πως ακόμα και στους συνηθισμένους ανθρώπους συμβαίνουν εξαιρετικά πράγματα, έστω και μια φορά στη ζωή τους.»

«Το να μεγαλώνεις σημαίνει να συγχωρείς όλα αυτά που δεν μπορούν ποτέ να είναι όπως φαντάστηκες. Τους ανθρώπους που σε πλήγωσαν. Αυτούς που σε αγάπησαν, όσο μπορούσαν, αλλά όχι αρκετά. Αυτούς που δεν ήταν τέλειοι ή που δεν τους γνώρισες στη σωστή στιγμή. Να τους συγχωρείς, να τους καταλαβαίνεις και ύστερα να συνεχίζεις. Το να μεγαλώνεις, σημαίνει να μαθαίνεις ότι μπορείς κάποια πράγματα να τα ξεπεράσεις.»

«Η αγάπη και ο έρωτας είναι το απόλυτο, φτιαγμένο από σύννεφα και λόγια και φιλιά. Αλλά αγάπη είναι επίσης να βρίσκεσαι εκεί ακόμα κι όταν δεν την καταλαβαίνεις. […] Αγάπη είναι όσα χτίζεις σιγά σιγά, με χιλιάδες καβγάδες και κακές στιγμές, με χιλιάδες όρκους και δάκρυα, με συνεχή προσπάθεια.»