The perks of being a wallflower.

Wallflower (noun):

  • άτομο που, λόγω ντροπής, έλλειψης δημοτικότητας, ή έλλειψης παρέας, μένει στην άκρη σε ένα πάρτυ ή χορό (www.dictionary.com)
  • ένας τύπος μοναχικού ανθρώπου. Φαινομενικά ντροπαλά άτομα που κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά. Συχνά, πολύ ενδιαφέροντα άτομα αν κάποιος τους μιλήσει. (www.urbandictionary.com)
  • Κάποιος μοναχικός τύπος που μπορεί να είναι πολύ ντροπαλός και που δεν είναι κοντά σε άλλα άτομα. Όταν βρίσκεται σε ομάδα ανθρώπων, μπορεί να επιλέξει ή να νιώσει την ανάγκη να αφομοιωθεί και να παραμείνει σιωπηλός. (www.wikipedia.com)

    img_20160828_120433_428.jpg

Continue reading «The perks of being a wallflower.»

Περπατώντας και διαβάζοντας 

Πρώτον, έχω κανένα δίμηνο που το (ξανα)ξεκίνησα. Δεύτερον, έπεσα πάνω σε αυτό το άρθρο τελευταία. Τρίτον, όλο κάποιος το αναφέρει τελευταία και γίνεται θέμα συζήτησης. Τυχαίο; Μάλλον όχι, αφού λογικά μπαίνω στη διαδικασία να ασχοληθώ με το θέμα επειδή το κάνω. Και είπα να γράψω κι όλας για την εμπειρία αυτή, που τόσο παραξενεύει τους γύρω μου και τόσο βοηθάει εμένα στην καθημερινότητά μου, χαρίζοντάς μου μικρά,  αναγκαία διαλείμματα. Continue reading «Περπατώντας και διαβάζοντας «